Πέμπτη , 18 Απριλίου 2024
ΤΑ ΝΕΑ ΜΑΣ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ : «Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.» (Μανόλη Αναγνωστάκη) Μία Ερμηνεία – Πρόταση (Ηλίας Γιαννακόπουλος)

«Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.» (Μανόλη Αναγνωστάκη) Μία Ερμηνεία – Πρόταση

– Δεκεμβρίου 03, 2021

  •       1.       Στην οδό Αιγύπτου – πρώτη πάροδος δεξιά
  •       2.         Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών
  •         3..        Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως
  •      4 .        Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε από τα τόσα τροχοφόρα πού περνούνε
  •       5.          Άλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν, ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε
  •      6.           Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται,
  •      7.            Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε
  •     8.             Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες∙
  •      9.             Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες

1    10.           Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα οι ίδιοι στα παιδιά τους

1  11.     Ελπίζοντας πάντοτε πώς κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα

1    12.           Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών των παιδιών τους.

1     13.          Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο πού λέγαμε, υψώνεται η Τράπεζα Συναλλαγών

  • 14.         εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι, αυτός συναλλάσσεται –
  • 15.            Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως
  • 16.   εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν –
  • 17.           Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής

1 18.         Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησιές

1     19.           Η Ελλάς των Ελλήνων.

 

Εισαγωγικά

Σε όσους υποστηρίζουν πως η Λογοτεχνία συνιστά μία αντανάκλαση της πραγματικότητας, η ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη και κατεξοχήν η συλλογή «Ο Στόχος» (1970) επικυρώνει με τον πιο πειστικό τρόπο τη θέση αυτή. Κι αυτό γιατί η ποίηση του Αναγνωστάκη αναδεικνύει όλα εκείνα τα συναισθήματα, τα βιώματα και τις ιδέες του για όλα τα γεγονότα αλλά και τα καθημερινά συμβάντα και καταστάσεις που σημάδεψαν ανεξίτηλα τόσο τον ίδιο όσο και την Ελλάδα.

Άλλοι χαρακτήρισαν τον Αναγνωστάκη ως ποιητή της «ήττας» και της «σιωπής» κι άλλοι ως έναν γνήσιο και έντιμο αγωνιστή της αριστεράς. Αντικείμενο της ποίησής του δεν είναι μόνο τα «μεγάλα» προβλήματα (εθνικά, κοινωνικά, πολιτικά…) αλλά και τα μικρά, τα καθημερινά. Σε ένα άρθρο του παλιότερα έγραφε:

«Ότι δεν συγχωρείται ο νέος ποιητής να ομφαλοσκοπεί με τα εσώψυχα ερωτικά του όταν η ιστορία τον καλεί να γίνει βάρδος και μπροστάρης των αγώνων του Λαού του».

Τα ποιήματα του Αναγνωστάκη δεν εστίασαν τα χιονισμένα βουνά, τα πευκόφυτα τοπία ή τα ρομαντικά ηλιοβασιλέματα. Αδέσμευτος και αδογμάτιστος πρόβαλε τα πάθη του ανθρώπου, διακωμώδησε την υποκρισία και τον φθηνό πατριωτισμό και σχολίασε αρνητικά την εικόνα της σύγχρονης Ελλάδας ως προϊόν μιας στρεβλής οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης.

Γι’ αυτό πηγή της έμπνευσής του είναι εκείνοι οι χώροι και τα τοπία ή οι δρόμοι που έγιναν σύμβολα και μάς παραπέμπουν σε κάτι όμορφο και αυθεντικό του παρελθόντος. Έτσι με την τεχνική του gro plan ερευνά και ανασυνθέτει το παρελθόν και αναζητά αναλογίες ανάμεσα σε αυτό και το παρόν. Κρίνει, επικρίνει, θυμώνει και καταγγέλλει την εμπορευματοποίηση των πάντων.

 

Ο τίτλος – «Η οδός Αιγύπτου»

Ο τίτλος του ποιήματος μάς εισαγάγει στην «γεωγραφία» εκείνων των συμβάντων που πληγώνουν τον ποιητή του σήμερα. Η οδός Αιγύπτου, της Θεσ/νίκης του 1969 είναι μία οδός αντιπροσωπευτική του ευρύτερου πολεοδομικού χώρου της Θεσ/νίκης. Σε αυτήν την οδό συμπυκνώνονται τα ιδιαίτερα στοιχεία που χαρακτήρισαν την ελληνική ιστορία της μετακατοχικής περιόδου.

Η οδός αυτή δεν αποτελεί για τον ποιητή ένα χώρο καθαρά πολεοδομικό ή γεωγραφικό. Περισσότερο είναι ένας χώρος κοινωνικόςπολιτικόςιδεολογικός. Σε αυτόν τον χώρο συνοικούν το εθνικό και το προσωπικό. Εδώ διαδραματίζεται το «δράμα» της νεότερης Ελλάδας με κύριους πρωταγωνιστές τους «δυνατούς» κάθε χώρου και δευτεραγωνιστές τον αφανή λαό και τον ανώνυμο πολίτη. Σε αυτήν την «οδό» ο ποιητής με απογοήτευση βλέπει να διαψεύδονται κάποια ατομικά οράματα και εθνικά ιδεώδη ή προσδοκίες. Οι «καλύτερες μέρες» φαίνεται να ήταν μία ανέξοδη υποσχεσιολογία των προδοτών κάποιων ιδεολογιών (στίχ. 9).

Σημείο αναφοράς αυτής της οδού αλλά και της Θεσ/νίκης ευρύτερα κάποια παιδιά ως η έκφραση της ελπίδας και της εθνικής προοπτικής. Δίπλα στα παιδιά ο ανώνυμος άνθρωπος της καθημερινότητας που μεταλλάσσεται ανάλογα με τους κανόνες του οικονομικού και πολιτικού συστήματος.

 

Νοηματικές αναφορές

Κυρίαρχη τεχνική του ποιήματος είναι αυτή του Flash back με την συνδρομή μιας έντονης οπτικοακουστικής εικόνας. Ο χώρος με το χρόνο αποδίδουν με ακρίβεια το ιστορικό πλαίσιο με τις πολιτικές και ιδεολογικές του αποχρώσεις. Η συναίρεση του χώρου και του χρόνου (Παρελθόν – Παρόν) καθιστά εναργέστερη την πορεία της Ελλάδας στην μετακατοχική περίοδο με αρνητικό πρόσημο μέσα από την διάψευση των ελπίδων για «καλύτερες μέρες».

Μέσα από την λεπτομερή περιγραφή του τοπίου και με τη βοήθεια των ρεαλιστικών εικόνων ο ποιητής συνενώνει το ιστορικό στοιχείο με το ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό. Οι λέξεις «Τράπεζα Συναλλαγών»«Τουριστικά γραφεία»«Πλημμύρες»«Θωρακισμένοι στρατιώτες» λειτουργούν ως σύμβολα κάποιων κοινωνικών και οικονομικών καταστάσεων. Κυριαρχεί, δηλαδή, μία αμφισημία με τη βοήθεια της οποίας ο καθένας διαβλέπει τόσο τη δική του διαδρομή όσο και την εθνική.

Οι εικόνες των στίχων 2 και 3 αποτυπώνουν με ευκρίνεια τη μετάβαση από την περίοδο του «πρωτόγονου» καπιταλισμού (1940-50) στην περίοδο του «ώριμου»καπιταλισμού με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον πολεοδομικό χώρο και τους ανθρώπους του (στίχ. 4-6). Στους στίχους αυτούς ο ποιητής σαρκάζει την «δήθεν» ευημερία, ειρωνεύεται τον νεοπλουτισμό των Ελλήνων και καταγγέλλει τον νέο τρόπο ζωής και τα προβλήματα που επέφερε στη ζωή των κατοίκων και ιδιαίτερα των παιδιών της «οδού Αιγύπτου».

Έμμεσα αναφέρεται σε όσους χάθηκαν, άμεσα μιλά γι’ αυτούς που επιζήσαν (στίχ. 7) και ειρωνικά καταγράφει τη διάψευση των ελπίδων μέσα από τη γνωστή συνθηματολογία των πολιτικών «για καλύτερες μέρες» (στίχ. 9). Οι στίχοι 9-10 πιστοποιούν με περισσή ευκρίνεια τον χαρακτηρισμό του ποιητή, ως «ποιητής της ήττας». Ο χαρακτηρισμός αυτός αποκτά μία άλλη σημασία και αξία στο βαθμό που προέρχεται από ποιητές της αριστεράς.

Ο στίχος 13 φωτίζει το σκληρό και αλλοτριωμένο παρόν ακυρώνοντας τις ελπίδες του μέλλοντος για κάτι καλύτερο (στίχος 12). Οι αδικαίωτες προσδοκίες ενός λαού και ο συμβιβασμός με την πραγματικότητα.

Οι στίχοι 15 και 17 δίνουν την έκταση της εμπορευματοποίησης των πάντων και της έκπτωσης στο βρώμικο χώρο της συναλλαγής. Από το Ατομικό (εγώ – εσύ – αυτός) οδεύουμε στο Γενικό (εμείς – εσείς – αυτοί). Τα αλλοτριωτικά φαινόμενα – σύμφυτα ή απότοκα κατά την Μαρξιστική θεωρία με το Οικονομικό και Κοινωνικοπολιτικό σύστημα – δεν αγγίζουν μόνο άτομα αλλά το σύνολο (εγώ – εμείς).

 

Το τελευταίο τρίστιχο, μάλλον δανεισμένο από αντίστοιχο στίχο του Σεφέρη και από το σύνθημα των Απριλιανών δικτατόρων, πιστοποιεί το σαρκαστικό και δηκτικό ύφος του Αναγνωστάκη για ορισμένα συμβαίνοντα στην Ελλάδα της εποχής τους.

Τελικά τι έμεινε στην Ελλάδα; Τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία και οι ωραίες εκκλησίες. Σύμβολα της σύγχρονης νεοελληνικής ζωής και παράδοσης. Τουρισμός, επίπλαστος νεοπλουτισμός και ολίγο θρησκευτικό στοιχείο κι αυτό μόνο για τουριστική κατανάλωση. Με το τελευταίο τρίστιχο ο ποιητής εκφράζει τον καημό του αλλά και την πίκρα του και ίσως – ίσως την αηδία του για την σημερινή αλλά και για τη χθεσινή Ελλάδα. Η αλλοτριωτική δύναμη του χώρου έχει μετατρέψει τους ανθρώπους σε αντικείμενα – πράγματα. Ο ανθρώπινος δεσμός αντικαταστάθηκε από ένα σύστημα σχέσεων όμοιο με αυτό που διατηρούμε με τα αντικείμενα. Η συναισθηματική αποδέσμευση μετατρέπει τον ανθρώπινο περίγυρο σ’ ένα κόσμο αντικειμένων. Η παλαιά γειτονιά αντικαταστάθηκε από την «Τράπεζα Συναλλαγών», ο παλιός χωματόδρομος από την άσφαλτο, το χθεσινό παιχνίδι και ξεφωνητό των παιδιών από τον ήχο των τροχοφόρων και η εμπιστοσύνη και ανθρωπιά με τον απάνθρωπο νόμο των συναλλαγών και τη λογική του «δούναι» και «λαβείν».

Η οδός «Αιγύπτου», λοιπόν, εκτός από χώρο των παιδικών βιωμάτων του ποιητή λειτουργεί και ως χώρος σύγκρουσης και ήττας κάποιων ιδεολογιών ή και ανθρώπων ανεξάρτητα από τις προθέσεις και την αγωνιστικότητά τους.

 

Η δομή: Χώρος – Χρόνος

Το ποίημα δομείται σε δύο επίπεδα. Το ένα του παρόντος και το άλλο του παρελθόντος. Και τα δύο, όμως, έχουν κοινή αναφορά ένα δοσμένο και συγκεκριμένο χώρο, ο οποίος είναι ενιαίος. Μόνο που ανάλογα με την χρονική περίοδο αλλάζει χρώμα. Οπότε έχουμε το σχήμα κατά το οποίο η αλλαγή του χρόνου φέρνει ή προϋποθέτει και τις αντίστοιχες αλλαγές στο χώρο.

 

Το παρελθόν με όλα τα γνωρίσματά του αντανακλάται και διαχέεται στο παρόν και έτσι επιτυγχάνεται η συναίρεση των δυο επιπέδων. Το επίπεδο του παρόντος θα πρέπει να εννοείται και να ερμηνεύεται σαν αποτέλεσμα του επιπέδου του παρελθόντος που αυτόματα καθίσταται αίτιο. Τα δύο επίπεδα θα πρέπει να συνεξετάζονται για να φανεί καλύτερα το σχήμα αίτιο ® αιτιατό (αποτέλεσμα) αλλά και οι αντιθέσεις μεταξύ τους.

 

Α. ΠΑΡΟΝ

1. ΧΡΟΝΟΣ: Το ποίημα χρονικά αναφέρεται για τη Θεσ/νίκη – Ελλάδα της 10ετίας του ’60 και του ’70. Το παρόν δίνεται με το «τώρα» και τον Ενεστώτα των ρημάτων. Επίσης ενδεικτικός είναι και ο στίχος 13.

Β. ΠΑΡΕΛΘΟΝ

· Η Ελλάδα της περιόδου της δεκαετίας του ’40 μέχρι και το 1967 ή ίσως λίγο πριν αυτό. Το παρελθόν δηλώνεται με τη χρήση χρόνου παρωχημένου των ρημάτων (μεγάλωσαν – πέρασε…) και του «πια» που προϋποθέτει κι αυτό κάποιο παρελθόν. Η γνωστή τακτική του φλας μπακ χρησιμοποιείται κι εδώ.

2. ΤΟΠΟΣ: Οδός Αιγύπτου – Θεσ/νίκης – Ελλάδα. Τοπογραφικό περίγραμμα. Οπτική παράσταση του χώρου με εννοιολογικές αντανακλάσεις στο χώρο του Κοινωνικού Οικονομικού. Μέγαρο Τράπεζας – Γραφεία Τουρισμού και Μεταναστεύσεως – Τροχοφόρα. Χώρος επίπλαστος, κατασκευ­ασμένος, ετερόνομος και ετερόφωτος, μη αυθεντικός. Χώρος που δίνει και είναι το υπόστρωμα της Ιδεολογίας της εποχής. ·     Ο τόπος είναι ο ίδιος γεωγραφικά και ενιαίος για παρόν και παρελθόν αλλά με άλλα γνωρίσματα. Βέβαια το τοπογραφικό περίγραμμα του χώρου του παρελθόντος δεν δίνεται άμεσα αλλά εύκολα υποδηλώνεται μέσα από την αντίθεση του αντίστοιχου χώρου του παρόντος. Το χρώμα και το ύφος του τοπίου του παρελθόντος διαφοροποιείται από εκείνο του παρόντος.
3. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ – ΚΟΙΝΩ­ΝΙΚΟ­ΠΟ­ΛΙ­ΤΙ­ΚΟΣ ΠΕΡΙΓΥΡΟΣ:Οικονομική άνθιση – άνοδος (καπιταλισμός) (τράπεζα συναλλαγών – γραφεία τουριστικά) * κοινωνικές ανισότητες, κάποιοι «ευδαίμονες» και συμφορές (ήρθανε βαριές αρρώστιες) * πολιτική στήριξη του οικονομικού και πολιτική κάλυψη των κοινωνικών παρενεργειών. Εμπορικές συναλλαγές που προϋποθέτουν βέβαια τις αντίστοιχες κοινωνικοπολιτικές, που οδηγούν αναντίρρητα στην ατομική και κοινωνική έκπτωση και ισοπέδωση. Ο αστισμός σαν σύστημα πολιτικό και σαν νοοτροπία και ψυχολογία που έχει την βάση – υποδομή του στο οικονομικό σύστημα των τραπεζών… Η ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο υπάρχει αν και κάπως αχνή. Την υλοποίηση των προσδοκιών των πατέρων που έφυγαν και όσων επέζησαν ανέλαβαν οι νέοι – τα παιδιά τους και ίσως τα εγγόνια και η ελπίδα παραμένει. Ειρωνείασαρκασμός ή ηττοπάθεια; Θα το επιτρέψουν οι συνθήκες και το σύγχρονο περιβάλλον της Ελλάδας; ·     Οικονομική υπανάπτυξη * πολιτική ρευστότητα και αστάθεια * κοινωνικά χάσματα τάξεων. Ένας προαστισμός που μέσα από τα συντρίμμια της Κατοχής, του Εμφυλίου και της μετεμφυλιακής περιόδου προσπαθεί να βγει στην επιφάνεια και να δημιουργήσει μέσα από εξαρτήσεις, υπαναχωρήσεις και πειθαναγκασμούς, την Ελλάδα των δεκαετιών του ’50 και ’60 μέχρι να φθάσουμε πάλι στην ίδια αρχή. Εξωτερική κατοχή (Γερμανοί) – Εσωτερική κατοχή (Δικτάτορες). Κάποια οράματα πολιτικής υφής διαψεύστηκαν για τις άλλες γενιές (στ. 10-12).
4. ΑΞΙΕΣ – ΙΔΑΝΙΚΑ:Όλα τα παραπάνω με τους αντίστοιχους θεσμούς διαμορφώνουν ανάλογες αξίες και ιδανικά για τα Άτομα του χώρου. Αυτές οι αξίες και τα ιδανικά προϋποθέτουν ή παράγουν και καθορίζουν συγκεκριμένες συμπεριφορές, τρόπους ζωής όπως και προκαθορισμένες σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων (εμπορευματοποίηση – συναλλαγές – συμβιβασμοί – υποταγή – ελπίδα – ανάταση =- αποπροσωποποίηση – ετερονομία – αλλοτρίωση). Το άτομο δεν αναγνωρίζει το χώρο του ή δεν μπορεί να τον χρησιμοποιήσει όπως παλιά (στ. 4). Αλλοτριωμένο τώρα το άτομο αδυνατεί να αντιπολιτευθεί την κοινωνία του. Ναρκωμένος από τις συναλλαγές ο άνθρωπος και τον ευδαιμονισμό αποστασιοποιείται από τα «κοινά». · Όλο το παραπάνω, όμως, Οικονομικό και Πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο βοηθούσε ή και καθόριζε αντίστοιχα ιδανικά και αξίες και χρωμάτιζε έντονα τις διαπροσωπικές και κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων. Η ανθρωπιά, η αυτονομία, το αυτόφωτο της ύπαρξης, η ελπίδα για το αύριο και η προσδοκία του καλύτερου. Η παλιά γειτονιά οικείος χώρος για τους ενοίκους της όπου τα μέλη της αυθύπαρκτα και ελεύθερα επικοινωνούν μεταξύ τους και δεν συγκοινωνούν μόνο, όπως συμβαίνει στην οδό Αιγύπτου του 1969. Έντονη η παρουσία των ανθρώπων. Πρώτη αξία ο άνθρωπος και μετά οτιδήποτε άλλο. Πρώτο στόχος ο αγώνας για ένα καλύτερο μέλλον.
5. ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ: Γονείς * παιδιά. Ο άνθρωπος σαν ύπαρξη και ψυχολογικό ον και άνθρωπος σαν πολίτης και δέκτης μηνυμάτων του συγκεκριμένου χώρου και χρόνου, με το εννοούμενο και ορατό ιδεολογικό περίγυρο με όλες τις παραμέτρους του. Απουσία παιχνιδιού, γέλιου και εμπιστοσύνης, ανασφάλεια και κάποια ηττοπάθεια. Ελπίδα και διάψευση.Αγώνας ή υποταγή.Αφομοίωση και κομφορμισμός. Το εγώ συνθλίβεται μέσα στο εμείς και μαζοποιείται. Το άτομο οδηγείται και σύρεται από τη λογική και την αναγκαιότητα της υπάρχουσας οικονομικής πραγματικότητας. Τα απότοκα του χώρου και των ιδιοτήτων του γενικεύονται και αφορούν όλο το πλήθος των ανθρώπων (στιχ. 13-17). Η διαβρωτική δύναμη του χώρου διατρυπά όλες τις τάξεις. Μνήμες και αναμνήσεις, υπομνήσεις, υπόμνηση και προσδοκία (στιχ. 9-12). · Πάλι η παρουσία γονέων και παιδιών, που όλοι ζουν και στρέφονται γύρω από μια ελπίδα για το αύριο και που γι’ αυτό αγωνίζονται. Μια ελπίδα και ένας αγώνας που έχει τόσο ψυχολογικές και υπαρξιακές διαστάσεις όσο κοινωνικές και πολιτικές. Μια ελπίδα, ένα όραμα που εξακοντίζεται από το παρελθόν, ξεπερνά το παρόν και οδεύει προς το μέλλον (…πως κάποτε… τα παιδιά των παιδιών – 12). Πρόσωπα που τα άγγιξε η φτώχεια, τα μεγάλωσε η προσδοκία και δεν τα λύγισε η ήττα και η διάψευση, όσο κι αν μέσα από την προσμονή καθαρά διακρίνονται ορισμένα στοιχεία ηττοπάθειας. Φυσικές και ανθρώπινες δυνάμεις επέπεσαν πάνω στα πρόσωπα και στην ιδεολογία τους και τους σκύλευσαν την επιτυχία και το όραμα των καλύτερων ημερών (7-9).
6. ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ: Τα αναφερόμενα γεγονότα μπορεί μεν να αναφέρονται σε χρόνο παρελθόντος αλλά είναι η αιτία των καταστάσεων του παρόντος. Αυτά τα γεγονότα και η σύγχρονη εικόνα της Ελλάδας απογοητεύει τον ποιητή και τον πληγώνει όπως εξομολογείται με το τελευταίο τρίστιχο, που φαίνεται να είναι κάπως συμπερασματικό σε σχέση με τους προηγούμενους στίχους. · Τα γεγονότα σημαδεύουν όλο το φάσμα της ιστορικής πορείας του Νεοέλληνα. Μέσα από αποτυχίες και συγκλονιστικές καταστάσεις, που έμελλε να σφραγίσουν τον δημόσιο Κοινωνικό και Πολιτικό βίο, ο Νεοέλληνας προσπαθεί, ενθουσιάζεται, παλεύει, χάνει, απογοητεύεται και οι λίγες στιγμές της έξαρσής του δεν είναι αρκετές να τον βγάλουν από το τέλμα. Αυτή η ιστορική δοκιμασία είναι η αιτία και αφορμή του παρόντος (7-10).
7. ΣΥΜΒΟΛΑ: Ο Αναγνωστάκης έχοντας σαν στόχο ένα καθεστώς ή ένα πρόβλημα κοινωνικό ή πολιτικό να αντιμετωπίσει, προσπαθεί μέσα από λέξεις ή τοπία – γεγονότα – λόγια, που δεν ήταν τίποτα άλλο εκτός από σύμβολα, να καταγγείλει αυτό και να δημοσιοποιήσει τις θέσεις του. Η οδός Αιγύπτου, η Τράπεζα – τα γραφεία – οι αρρώστιες – οι θωρακισμένοι στρατιώτες και γενικά οτιδήποτε θα μπορούσε να γίνει ή να λειτουργήσει σαν σύμβολο, παραπέμπουν σε πραγματικές καταστάσεις της ιστορίας της νεότερης Ελλάδας και της ιδεολογίας της. · Τα ίδια τα παραπάνω γεγονότα που σημαδεύουν το πέρασμα από το παρελθόν στο παρόν είναι σύμβολα ή γίνονται τέτοια. Εξάλλου τα σύμβολα είναι ενιαία για το παρελθόν και το παρόν.

 

Το θεματικό κέντρο

Η αλλοτρίωση του ατόμου που έρχεται σαν αποτέλεσμα των υπαρχουσών οικονομικών συνθηκών, που αυτές και γεννούν και αναπαράγουν συνθήκες κοινωνικής και πολιτικής ζωής, όπου το άτομο αποξενώνεται από το χώρο του ή δεν μπορεί να τον χρησιμοποιήσει για την προσωπική του έκφραση αλλά και για την επικοινωνία του με τους άλλους. Η καταγγελία και ο σαρκασμός της αστικοποίησης του Νεοέλληνα, που τον οδηγεί στον κομφορμισμό και στην αποχαύνωση. Ο αντιλυρικός τόνος του ποιήματος έρχεται να καταγγείλει έμμεσα τον ευδαιμονισμό του νεοέλληνα και την συμβιβαστική του μέχρι αντιδραστική στάση απέναντι στα προβλήματα της εποχής του. Η πίκρα και η αηδία του ποιητή – αγωνιστή που βλέπει τους παλιούς συντρόφους του να αφομοιώνουν τις αξίες του παρόντος και να αποστρατεύονται άδοξα μετά τις πρώτες ήττες. Η καταγγελία των δομών της σύγχρονης Ελλάδας και η ειρωνεία της συμπεριφοράς πολλών κατοίκων της που άρχισαν να συναλλάσσονται αφήνοντας κατά μέρος τις τίμιες σχέσεις. Άνθρωποι που συγκατοικούν αλλά δεν επικοινωνούν.

 

Ο δρόμος θα σε ακολουθεί

Ο Κ. Καβάφης περιέγραψε την «πόλιν» του που τον ακολουθεί παντού. Ο Αναγνωστάκης περιέγραψε τον δρόμο των παιδικών του χρόνων, που τόσο πολύ αγάπησε… Αυτός ο δρόμος ή οι δρόμοι φαίνεται πως τον ακολουθούν σε πολλά ποιήματά του ενισχύοντας έτσι εκείνες τις θεωρίες που καταγράφουν τον μυστηριώδη δεσμό του ανθρώπου με τον τόπο του και ιδιαίτερα τον “γενέθλιο τόπο”*

α.«Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατελείωτα…»

β.«Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι που γνωρίσαμε/ Αλλότριο πλήθος έρπει στις λεωφόρους/ Αλλάξαν και των προαστίων οι ονομασίες…»

 

Το αφιέρωμα αυτό το ετοίμασε ο Ηλίας Γιαννακόπουλος. Μπορείτε να βρείτε πλείστο υλικό του στο blog του  ΙΔΕΟπολις

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *